Η διαδικασία ορισμού διαμεσολαβητή στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης (ΥΑΣ) στις Κτηματολογικές Διαφορές
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. 2 του ν. 4640/2019 για τη διαμεσολάβηση «…………….. το επισπεύδον μέρος έχει τη δυνατότητα είτε να επικοινωνήσει με το άλλο ή τα άλλα μέρη τηςδιαφοράς για τον διορισμό διαμεσολαβητή κοινής αποδοχής είτε να απευθυνθεί σε διαμεσολαβητή της επιλογής του. Στην περίπτωση αυτή, ο διαμεσολαβητής επικοινωνεί με το άλλο ή τα άλλα μέρη με κάθε πρόσφορο μέσο, για να διαπιστώσει αν επιτυγχάνεται συμφωνία ως προς το πρόσωπό του και λαμβάνει σχετική έγγραφη έγκρισή τους. Αν δεν καταστεί δυνατή η επικοινωνία ή αν δεν επιτευχθεί συμφωνία ως προς το πρόσωπο του διαμεσολαβητή, τότε διορίζεται διαμεσολαβητής από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης με επιμέλεια του επισπεύδοντος μέρους…» Όμως με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 περ. δ Ν 2664/1998 για την κτηματολογική
διαμεσολάβηση ορίζεται κατ’ απόκλιση από τα γενικά ισχύοντα ότι « Πριν από τη συζήτηση της αγωγής της περ. α) και επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης ο ενάγων οφείλει να προσκαλέσει, με την αγωγή ή με ιδιαίτερο δικόγραφο, όλους τους εναγόμενους, εκτός των προσώπων αγνώστου διαμονής, σε υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης ενώπιον κτηματολογικού διαμεσολαβητή που επιλέγεται από ειδικό μητρώο, το οποίο καταρτίζεται και τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή από την Κεντρική Επιτροπή
Διαμεσολάβησης του άρθρου 10 του ν. 4640/2019 (Α` 190). ..» Με δεδομένα τα παραπάνω έχει υποστηριχθεί και εφαρμοστεί η ερμηνευτική άποψη ότι κατ’ απόκλιση από τις διατάξεις του ν. 4640/2019 για την κοινή διαμεσολάβηση, στην κτηματολογική διαμεσολάβηση προβλέπεται ότι ο ενάγων μπορεί αν θέλει να επιλέγει ο ίδιος κτηματολογικό διαμεσολαβητή από το αντίστοιχο μητρώο (και στη συνέχεια να ενημερώνει απευθείας, με μνεία στο εισαγωγικό δικόγραφο ή με ιδιαίτερο δικόγραφο, τον εναγόμενο σε σχέση με το πρόσωπο του διαμεσολαβητή, τον τόπο και το χρόνο της διεξαγωγής υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης (ΥΑΣΔ) και να τον καλεί σε ΥΑΣΔ) . Με βάση αυτή την παραδοχή σε περίπτωση ρητής αποδοχής ή σιωπής του εναγομένου ως προς το πρόσωπο του διαμεσολαβητή, η ΥΑΣ διεξάγεται με τους παρόντες στον παραπάνω τόπο και χρόνο και ολοκληρώνεται με τη σύνταξη σχετικού πρακτικού. Όμως εάν ο εναγόμενος αντιδράσει ρητά στο πρόσωπο του ορισμένου από τον ενάγοντα διαμεσολαβητή, τότε ο ενάγων, ως επισπεύδον μέρος, οφείλει να απευθυνθεί στην ΚΕΔ και να ζητήσει τον ορισμό νέου κτηματολογικού διαμεσολαβητή. Η απόκλιση αυτή από τη γενική πρόβλεψη ότι ο διαμεσολαβητής ορίζεται κατόπιν συμφωνίας των μερών ή από την ΚΕΔ, έχει υποστηριχθεί ότι δικαιολογείται με βάση την επιλογή του νομοθέτη να προσκαλεί ο ίδιος ο ενάγων τον εναγόμενο σε ΥΑΣ κατά τα ανωτέρω και τις ιδιαιτερότητες των κτηματολογικών διαφορών στις οποίες συνήθως υπάρχει μεγάλος αριθμός εναγομένων και δυσκολία επικοινωνίας των μερών λόγω έλλειψης επαρκών στοιχείων επικοινωνίας.
Χριστιάνα Α. Τσαπαλήρα