Διορισμός προσωρινής διοίκησης σε εταιρεία: προϋποθέσεις, αίτημα έκδοσης προσωρινής διαταγής, άσκηση παρέμβασης

Προϋποθέσεις διορισμού προσωρινής διοίκησης

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ, προσωρινή διοίκηση σε νομικό πρόσωπο μπορεί να διορισθεί από το Δικαστήριο, ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, μόνο: 1) αν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκηση ή 2) αν τα συμφέροντά τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου (ΟλΑΠ 18/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ο διορισμός γίνεται, σύμφωνα με τα άρθρα 739 και 786 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, από το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας, όπου έχει την έδρα του το νομικό πρόσωπο. Η δικαστική κρίση στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 69 ΑΚ οριοθετείται με αυστηρό τρόπο από τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Σ), η οποία εξειδικεύεται με τις αρχές της προσωρινότητας, της φειδούς και της επικουρικότητας (ΑΠ 1392/2014, ΕφΑΘ 5626/2020, ΕφΑιγ 84/2020 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), ενώ με την εφαρμογή του επιδιώκεται η προστασία των συμφερόντων τόσο του νομικού προσώπου, καθώς και των τρίτων προσώπων (εταίρων, πιστωτών), που σχετίζονται με αυτό, όσο και του ευρύτερου συνόλου, λόγω της σημασίας που έχουν τα νομικά πρόσωπα και ιδιαίτερα οι εμπορικές εταιρίες ως μέσο άσκησης οικονομικής δραστηριότητας. Η προσφυγή στο άρθρο 69 ΑΚ συνιστά, εξάλλου, παρέκκλιση από την αρχή της αυτονομίας και αυτοδιοίκησης του νομικού προσώπου, καθώς η εκλογή δεν λαμβάνει χώρα από το ανώτατο όργανο της ανώνυμης εταιρείας, αλλά δικαστικώς. Συνεπώς, η προσφυγή στο άρθρο 69 ΑΚ θα πρέπει να αποτελεί την έσχατη λύση και δεν εφαρμόζεται, όταν το πρόβλημα της έλλειψης διοίκησης που απαιτείται να συντρέχει για την εφαρμογή του άρθρου αυτού επιλύεται από τους ειδικότερους κανόνες του δικαίου της Α.Ε. (βλ. Αντωνόπουλο Β./Γρηγοριάδη Λ., Δίκαιο Κεφαλαιουχικών Εταιριών, τόμ. 1, 2022, σελ. 605 – 605). Όπως προελέχθη, προσωρινή διοίκηση σε νομικό πρόσωπο μπορεί να διορισθεί από το Δικαστήριο μόνο σε δύο περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις, όπως ρητά προσδιορίζονται στο άρθρο 69 ΑΚ: 1) σε περίπτωση έλλειψης της διοίκησης του νομικού προσώπου ή 2) σε περίπτωση σύγκρουσης των συμφερόντων των μελών της διοίκησης με τα συμφέροντα του νομικού προσώπου (ΟλΑΠ 18/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η έλλειψη διοίκησης, ώστε να επιτρέπεται ο διορισμός προσωρινής, μπορεί να είναι: (α) πραγματική, όταν τα μέλη της διοίκησης που απομένουν μαζί με τα αναπληρωματικά δεν συμπληρώνουν τον συνολικό αριθμό μελών της διοίκησης όπως προβλέπεται στο καταστατικό του νομικού προσώπου, ιδίως σε περιπτώσεις θανάτου, βαριάς ασθένειας, μακροχρόνιας απουσίας (ΑΠ 395/2002, ΧρΙΔ 2003/407, ΕφΑθ 2326/2004, ΔΕΕ 2004/912, ΜΠρΘεσ 6890/2016, ΤΝΠ – ΝΟΜΟΣ), (β) πλασματική, όταν, μεταξύ άλλων, οφείλεται σε δυστροπία, κακοβουλία ή διαφωνίες των μελών του διοικητικού συμβουλίου, άρνηση ή αδιαφορία τους για την άσκηση των αναγκαίων πράξεων διοίκησης (ΑΠ 1392/2014, ΧρΙΔ 2015/98, ΕφΘεσ 1106/2013, ΕπισκΕμπΔ 2013/711, ΜΠρΘεσ 6890/2016, ΤΝΠ – ΝΟΜΟΣ) και (γ) νομική, όπως συμβαίνει, μεταξύ άλλων, σε περιπτώσεις παραίτησης, έστω και σιωπηρής, μέλους του διοικητικού συμβουλίου (ΑΠ 1601/2002, ΧρΙΔ 2003/118), ακύρωσης απόφασης της γενικής συνέλευσης (ΑΠ 1601/2002, ΧρΙΔ 2003/118), λήξης της θητείας του διοικητικού συμβουλίου (Ολ. ΑΠ 5/2004, ΧρΙΔ 2004/553, ΜΠρΘεσ 6890/2016, ΤΝΠ – ΝΟΜΟΣ) που συνεπάγονται την αδυναμία άσκησης της διοίκησης , δηλαδή την αδυναμία εκτέλεσης των καθηκόντων που ορίζει ο νόμος και το καταστατικό του νομικού προσώπου. Η δεύτερη περίπτωση της σύγκρουσης των συμφερόντων των μελών της διοίκησης με αυτά του νομικού προσώπου συντρέχει όταν τα πρόσωπα της διοίκησης έχουν δικό τους ατομικό συμφέρον, αντίθετο προς αυτό του νομικού προσώπου και ως εκ τούτου κωλύονται να το αντιπροσωπεύσουν, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται στην πραγματικότητα ενεργή υπέρ των συμφερόντων του νομικού προσώπου διοίκηση. Η σύγκρουση συμφερόντων μπορεί να απορρέει και από συγκεκριμένες νομικές διατάξεις, δυνάμει των οποίων δεν επιτρέπεται η συμμετοχή μέλους του διοικητικού συμβουλίου να συμμετάσχει στη λήψη ορισμένης απόφασης, όπως ενδεικτικά στις περιπτώσεις των άρθρων ΑΚ 66 και 235 ή των άρθρων 19, 97, 98 του Ν. 4548/2018 για τις ανώνυμες εταιρείες. Για παράδειγμα, σύγκρουση συμφερόντων νοείται σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου η διοίκηση του νομικού προσώπου ή μέλος αυτής παραβαίνει την υποχρέωση πίστης που αυτονόητα υπέχει έναντι αυτού, καθώς και την οργανική υποχρέωσή του για την επίτευξη και προώθηση του εταιρικού σκοπού, είτε επιδιώκοντας ίδιο συμφέρον αντίθετο προς εκείνο του νομικού προσώπου, είτε ενισχύοντας συμφέρον τρίτου. Δεν υπάρχει παράβαση της υποχρέωσης πίστης -κι επομένως ούτε και σύγκρουση συμφερόντων υπό την ως άνω έννοια- όταν μεταξύ των μελών της διοίκησης του νομικού προσώπου ή, επί ανώνυμης εταιρείας, μεταξύ του Δ.Σ. αυτής και της γενικής συνέλευσης των μετόχων, υπάρχει απλώς διαφορά απόψεων ως προς τα μέσα για την επιδίωξη επιχειρηματικών στόχων ή ως προς τη σκοπιμότητα μιας επιχειρηματικής ενέργειας (ΜΠΡΒΟΛΟΥ 150/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σε κάθε περίπτωση, το αν υπάρχει τελικά σύγκρουση συμφερόντων θα κριθεί ad hoc από το δικαστήριο.

Πεδίο εφαρμογής- Έννομο συμφέρον

Η ανωτέρω δυνατότητα προσφυγής στο δικαστήριο για τον διορισμό προσωρινής διοίκησης υπό τους όρους του νόμου εφαρμόζεται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου κάθε μορφής (προσωπικές, κεφαλαιουχικές εταιρείες, σωματεία, ιδρύματα, συνεταιρισμοί, συνδικαλιστικές οργανώσης κλπ.). Όπως προκύπτει από τη γενικότητα της διάταξης του άρθρου 69 Α.Κ. εφαρμόζεται και στις ανώνυμες εταιρείες (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 1392/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Όποιος διαθέτει έννομο συμφέρον έχει δικαίωμα να προκαλέσει τον δικαστικό διορισμό προσωρινής διοικήσεως νομικού προσώπου αν συντρέχει μία εκ των ανωτέρω περιοριστικά αναφερόμενων περιπτώσεων. Το έννομο συμφέρον του αιτούντος πρέπει να είναι ίδιο και άμεσο. Πρόσωπα που έχουν έννομο συμφέρον είναι κάθε μέτοχος (ΜΠρΧαλκ 22/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), μέλος του διοικητικού συμβουλίου στην περίπτωση των κεφαλαιουχικών εταιρειών , αλλά και τρίτα πρόσωπα που επιδιώκουν την άσκηση των δικαιωμάτων τους κατά της εταιρείας (ΜΠρΛαμ 102/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), μεταξύ των οποίων και η φορολογική αρχή (ΔΠρΘεσ 2197/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), μόνο αν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκηση ή αν τα συμφέροντα τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου. Η αίτηση δεν απευθύνεται κατά της παλαιάς διοίκησης, ούτε κλητεύεται υποχρεωτικά κάποιο πρόσωπο, μη εφαρμοζόμενων των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 786 ΚΠολΔ που προϋποθέτουν ενεργή διοίκηση. Σε περίπτωση, όμως, που ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατά την κατάθεση της αίτησης, διατάσσει αυτοβούλως την κλήτευση προσώπου, το οποίο κατά την ανέλεγκτη κρίση του, έχει έννομο συμφέρον από τη δίκη, ορίζοντας και σχετική προθεσμία για την κοινοποίηση της αιτήσεως σε αυτό, τότε αποκτά το πρόσωπο αυτό την ιδιότητα του διαδίκου (ΑΠ 41/2003, ΜΠΠρΘεσ 6890/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το αίτημα είναι ο διορισμός προσωρινής διοίκησης της εταιρείας κατ’ άρθρα 69 ΑΚ και 786 ΚΠολΔ, αποτελούμενης από τόσα τακτικά μέλη, όσα προβλέπονται στο καταστατικό που διέπει τη λειτουργία της και σύμφωνα με τον νόμο και προσδιορίζονται συγκεκριμένα οι ειδικές εντολές που θα εκτελέσει, ήτοι η διαχείριση επειγόντων εταιρικών θεμάτων, η διενέργεια πράξεων τακτικής διοίκησης και διαχείρισης των υποθέσεων της, η οποία απαιτείται για την επίτευξη των καταστατικών σκοπών της και ιδίως να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της, να επιδιώκει την ικανοποίηση των νομίμων αξιώσεων της έναντι τρίτων στο πλαίσιο των υφιστάμενων σχέσεων της με αυτούς, να την εκπροσωπήσει ενώπιον τραπεζικών εταιρειών για την πραγματοποίηση εισπράξεων και πληρωμών (προμηθευτών και υπαλλήλων), καθώς και να διαχειριστεί κάθε επείγον θέμα διοίκησης μέχρι τη νόμιμη συγκρότηση σε σώμα του νέου Δ.Σ. του νομικού προσώπου και να ασχοληθεί με την προπαρασκευή της διαδικασίας για τη διεξαγωγή αρχαιρεσιών μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Με την αίτηση προτείνονται πρόσωπα που είναι ικανά να διενεργήσουν τις επείγουσες πράξεις διοίκησης, έχουν την απαιτούμενη εμπειρία και γνώση να ανταποκριθούν στον ρόλο αυτό. Ωστόσο, το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τις ενδεικτικά υποβαλλόμενες προτάσεις των αιτούντων και έχει την εξουσία να επιλέξει ελεύθερα για προσωρινή διοίκηση τα καταλληλότερα πρόσωπα από τα μέλη του νομικού προσώπου ή και τρίτα πρόσωπα, ξένα προς το νομικό πρόσωπο. Επισημαίνεται ότι ο διορισμός των μελών του προσωρινού διοικητικού συμβουλίου του νομικού προσώπου από το Δικαστήριο στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 69 Α.Κ. δεν φτάνει μέχρι την απονομή εξουσιών, όπως είναι εκείνες του Προέδρου, του Διευθύνοντος Συμβούλου ή του Αντιπροέδρου στα πρόσωπα που ορίζονται, γιατί έτσι παραβιάζονται οι θεμελιώδεις αρχές του εταιρικού δικαίου που εφαρμόζονται και στην προσωρινή διοίκηση και συγκεκριμένα της συλλογικής λειτουργίας του Διοικητικού Συμβουλίου και της απονομής εξουσιών σε υποδεέστερα όργανα μόνο με απόφαση του ίδιου οργάνου της διοίκησης, όπως προκύπτει από τα άρθρα 86 παρ. 1 και 87 παρ. 1 Ν. 4548/20018 (ΜΠρΘεσ 6890/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 69 Α.Κ. δεν αποσκοπεί στη φαλκίδευση της αυτονομίας της βούλησης του αρμοδίου για την εκλογή της διοίκησης οργάνου του νομικού προσώπου, με την παρεμβολή της δικαστικής κρίσης, αλλά στη διάγνωση της ανυπαρξίας της διοίκησης για πραγματικούς ή νομικούς λόγους ή της ύπαρξης περίπτωσης σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ των προσώπων της διοίκησης (ΕφΘεσ 919/2004, ΜΠρΣυρ 49/2023, ΜΠρΘεσ 356/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Αίτημα προσωρινής διαταγής

Περαιτέρω, στο πλαίσιο της αιτήσεως αυτής μπορεί να ζητηθεί η έκδοση προσωρινής διαταγής σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 781 ΚΠολΔ, με την οποία θα διοριστεί προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο που θα διοικήσει την εταιρεία μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της εκκρεμούσας αιτήσεως. Το αίτημα της προσωρινής διαταγής εκδικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και προϋποθέτει την ύπαρξη άμεσου και κατεπείγοντος κινδύνου πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημίας στην εταιρεία.

Ιουλία Γ. Κουδουμά